Σ’ ευχαριστώ, πάτερ, για όσα μου εξήγησες ως εδώ, είπε ο αδερφός. Πες μου όμως κάτι ακόμα. Πώς δηλαδή, μολονότι υπάρχουν ενάρετοι που δεν έκαναν ποτέ κακό σε κανέναν, οι άνθρωποι σκανδαλίζονται μαζί τους και βαρυγγωμούν και λένε:
«Τι κάθονται αυτοί ανάμεσά μας και μας παριστάνουν τους ευλαβείς; Ας πάνε στην έρημο ν’ αγιάσουν! Αλλά, να! Όσοι είναι κενόδοξοι και ανθρωπάρεσκοι, μένουν στον κόσμο για ν’ απολαύσουν τη δόξα των ανθρώπων».
– Δεν είναι, παιδί μου, ο τόπος που σώζει, αλλά ο τρόπος, η επιμέλεια, η προθυμία και η εγρήγορση του καθενός. Πρόσεξε, και θα σου το αποδείξω με πολλά παραδείγματα: Πρώτα-πρώτα ο Ενώχ, όπως μαρτυρεί και η Γραφή, ευαρέστησε τον Θεό, μολονότι και στον κόσμο ήταν και οικογένεια είχε και – το πιο αξιοθαύμαστο – ανάμεσα σε ασεβείς ανθρώπους ζούσε...









