13 Μαρτίου 2010

Η κλίμαξ του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου

Η «Κλίμαξ», οι πνευματικές πλάκες, που κατά πολλούς είναι το Ευαγγέλιο των Ασκητών, είναι βιβλίο που συνέγραψε ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, χαρακτηριζόμενο ως το πολυτιμότερο έργο της μοναστικής διανοίας, και θεόπνευστο προϊόν αρετής και μαθήσεως. Περιέχει 30 λόγους, και ο κάθε ένας συμβολίζει τα έτη της κατά σάρκας ηλικίας του Χριστού. Απεικονίζεται στην αγιογραφία, ως πραγματική κλίμακα με τριάντα βαθμίδες – σκαλιά, που η βάση τους βρίσκεται στη γη και η κορυφή τους στους ουρανούς. Στην γη και στην αρχή των βαθμίδων αγιογραφείται πλήθος μοναχών που ετοιμάζεται να ανεβεί την κλίμακα και κάποιων που ανεβαίνουν ήδη. Στην πορεία όμως υπάρχει ο πόλεμος των δαιμόνων, που άλλοι τον αντέχουν και καταπολεμούν μέχρι τέλους την αμαρτία και άλλοι αμαρτάνουν και κρημνίζονται από την Κλίμακα. Στην κορυφή της, εικονίζεται ο Θεός που περιμένει διά να στεφανώσει τους αξίους.
Κάθε βαθμίδα της Κλίμακας αντιπροσωπεύει και μια αρετή που πρέπει να αποκτήσει στη ζωή του ο κάθε άνθρωπος, ή ένα πάθος που πρέπει να καταπολεμήσει, για να φθάσει στη Θέωση. Ξεκινώντας με την αποταγή του ματαίου βίου, και τον αποχωρισμό από τον κόσμο της αμαρτίας. Τον περί απροσπαθείας λόγο, που επιζητεί την απαλλαγή από την μετά πάθους προσκόλληση και δέσμευση του συναισθήματος σε κάτι αντίθετο με τη σωτηρία μας. Την ξενιτεία, δηλαδή την οριστική εγκατάλειψη όλων εκείνων που εμποδίζουν να επιτευχθεί ο ευσεβής σκοπός της ζωής μας. Ακολουθούν τέσσερις βασικότατες αρετές: η υπακοή, δηλαδή η εγκατάλειψη των φυσικών αμαρτιών και των παρά φύσει θελημάτων. Η μετάνοια ως συμφιλίωση με τον Κύριο, με έργα αρετής, καθαρισμό της συνειδήσεως, υπομονή στις θλίψεις καί νηστεία. Η μνήμη θανάτου καί εξόδου μας από την ζωή με την λεπτολόγηση των αμαρτιών μας. Το χαροποιόν πένθος που είναι το κατά Θεόν πένθος καί το χρυσό καρφί της ψυχής.
Από τον όγδοο μέχρι τον εικοστό έκτο λόγο περιγράφονται τα πάθη από τα οποία πρέπει να απαλλαγεί ο άνθρωπος, καθώς και οι αρετές που πρέπει να αποκτήσει. Αρχής γενομένης από την αοργησία με σκοπό να επικρατήσει σταθερά η γαλήνη στην ψυχή. Την καταπολέμηση της μνησικακίας, που είναι δηλητήριο της ψυχής, σαράκι του νου καί αποξένωση της αγάπης. Την καταλαλιά που είναι βάρος της καρδιάς και γεννά το μίσος, τη μνησικακία καί εξαφανίζει την αγάπη. Την πολυλογία και το να κρίνει κανείς τους άλλους, να τιμωρείται από την γλώσσα με την αγνωσία, τα ευτράπελα, την ψευδολογία, που όμως πολεμάται με την σιωπή που φέρει την προσευχή και επιστατεί τους λογισμούς. Το ψεύδος που είναι επιορκία άρνησης του Θεού. Την ακηδία, την παράλυση της ψυχής και την έκλυση του νου, την οκνηρία και αδιαφορία, την ατονία και την αδυναμία. Την γαστριμαργία, την υποκριτική συμπεριφορά της χορτάτης κοιλιάς που συνεχώς πεινά. Την αγνεία και την σωφροσύνη, δηλαδή όλες τις αρετές μαζί, τον ζηλευτό οίκο του Χριστού και τον επίγειο ουρανό της καρδιάς. Την φιλαργυρία, που είναι προσκύνηση κάθε ειδώλου και καταφρόνηση των Ευαγγελικών Εντολών. Την αναισθησία, την παγίδα της πνευματικής προθυμίας, που φέρνει λησμοσύνη του Θεού και των εντολών Του. Τον ύπνο, την αργία των αισθήσεων, την πώρωση της ψυχής. Την αγρυπνία που εξαγνίζει το νου, καταπολεμά την πορνεία, την σαρκική πύρωση, προφυλάσσει τους λογισμούς, δαμάζει τα πάθη. Την άνανδρη δειλία, την ακαρπία της ψυχής που κενόδοξα και υπερήφανα απομακρύνει την πίστη. Την κενοδοξία που μεταβάλλει τη φυσική τάξη και διαστρέφει τα καλά ήθη. Την υπερηφάνεια που είναι άρνηση και αντίπαλος του Θεού, εφεύρεση των δαιμόνων, εξουδένωση των ανθρώπων, πρόξενος πτώσεων. Τους ακάθαρτους λογισμούς βλασφημίας που φέρνουν οι δαίμονες την ώρα της προσευχής, των συνάξεων και των μυστηρίων. Την πραότητα και την απλότητα που είναι μίμηση του Χριστού, ιδιότης των Αγγέλων, δεσμός των δαιμόνων. Την ταπεινοφροσύνη, την ΑΓΙΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ που εξολοθρεύει τα πάθη, την βασίλισσα των αρετών, την θεϊκή σκέπη, τον πύργο ισχύος. Την διάκριση, την θεϊκή έλαμψη που φωτίζει τον άνθρωπο να έχει επίγνωση του εαυτού του και να διακρίνει το αλάνθαστο.
Τέλος, την ησυχία ως επιστήμη και ευτρεπισμένη κατάσταση των ηθών και των αισθήσεων. Την προσευχή, ως συνουσία, ένωση και συμφιλίωση του ανθρώπου με τον Θεό. Την απάθεια που αποστρέφεται το κακό και στολίζεται με τις αρετές. Την ΑΓΑΠΗ, όπου ΑΓΑΠΗ είναι ο ΘΕΟΣ και εφόσον η ΑΓΑΠΗ είναι ο ΘΕΟΣ, ας επιθυμήσουμε ολοψύχως με πίστη και ελπίδα να ανεβούμε την κλίμακα για να Τον συναντήσουμε.
σ.α.

Ο Παπαδιαμάντης ως ταπεινό μέλος της Εκκλησίας καί το φιλοκαλικό του ήθος

" Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν ἕνα ταπεινὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας, αἰσθανόταν καὶ λειτουργοῦσε ὡς μέλος της. Εἶχε συναίσθηση ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτοῦ τὴν Γέννηση καὶ τὴν Ἀνάσταση ὑμνεῖ καὶ δοξάζει καὶ ὑπακούει ταπεινὰ στὶς ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας.
Κατ᾿ ἀρχὰς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Παπαδιαμάντη ἦταν φιλοκαλική, ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν στηριζόταν σὲ καταφατικὲς ἐκφράσεις καὶ διαβεβαιώσεις, ἀλλὰ κυρίως ζοῦσε ἀποφατικά. Ἔβλεπε τὴν δόξα τῆς Ἐκκλησίας ὄχι στὴν ἐπίγεια κοινωνικὴ κατάφασή της, ἀλλὰ στὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὴν αἰσθανόταν μέσα στὶς ἀγρυπνίες, μέσα στὴν θεία Εὐχαριστία, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο τῆς Ἐκκλησίας, στὶς ἀκολουθίες, στὰ τροπάριά της. Συνελάμβανε τὸ πνεῦμα τῆς θείας λατρείας, ποὺ εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ ἡσυχία, ἡ κένωση καὶ ἡ προσφορά.
Σ᾿ ἕνα κείμενό του γράφει: «Ἡ Ἐκκλησία ἐθριάμβευσεν ἐν τῷ κόσμῳ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης συνδρομῆς τῆς πολιτείας, τουναντίον μάλιστα καὶ διωκομένη καὶ κατατρυχομένη πολλάκις ὑπὸ ταύτης».
Τὸ κυριότερο γνώρισμα τοῦ Παπαδιαμάντη, ἀπὸ ὅπου ἀντλεῖται ἡ ἄποψή του γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ ἡ αἴσθηση μὲ τὴν ὁποία πλησίαζε τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ σαφῶς λέγεται ἡσυχαστική, φιλοκαλική, εἶναι ὅτι ὅλη του ἡ προσωπικότητα εἶναι λιβανισμένη, καὶ αὐτὸ τὸ ἄρωμα τοῦ ἁγιορείτικου λιβανιοῦ βγαίνει καὶ προχέεται ἀπὸ τὴν καρδιά του στὸ σῶμα, στὰ δάκτυλα, στὸ μολύβι καὶ στὰ γραπτά του. Τὰ κείμενά του εἶναι «λιβανάτα» ἀπὸ τὸ μοσχοθυμίαμα τῆς λατρείας, τῆς προσευχῆς. Ἔχει τὸ ἦθος τῆς λατρείας, τῆς ὑμνῳδίας. Αὐτὴ ἡ λατρεία τὸν ἔκανε νὰ παραμείνη ὀρθόδοξος στὸ φρόνημα, στὸ ἦθος σὲ ὅλη του τὴ ζωή.
Σὲ πολλὰ κείμενά του φαίνεται καθαρὰ ὅτι συνεχῶς ἔψαλε τὰ «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ». Εἶναι πολὺ χαριτωμένο τὸ κείμενό του «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ», ποὺ στὴν πραγματικότητα περιγράφει μιὰ κοινωνία ποὺ συναντιόταν στὸν Ναὸ τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου καὶ ἔπειτα στὰ σπίτια, μέσα στὰ ὁποῖα μεταφερόταν τὸ ἦθος τῆς λατρευτικῆς καὶ εὐχαριστιακῆς κοινότητας.
Ὁ Παπαδιαμάντης ζοῦσε τὴν Ἐκκλησία ὡς θεραπευτικὴ κοινότητα, καὶ ὄχι ὡς χῶρο ἐκφράσεως τῶν συναισθημάτων του, τὴν ζοῦσε μὲ τὶς ἀγρυπνίες, τὶς προσευχές, μὲ τὸν κόσμο γύρω του, ποὺ κοιμόταν μέσα στὸν ναὸ σὰν νὰ βρισκόταν στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάννας τους, μὲ τὴν ψαλμῳδία καὶ στὰ σπίτια. Ὅλη αὐτὴ ἡ πνευματικὴ ἐκκλησιαστικὴ οἰκογένεια λειτουργεῖ θεραπευτικά, εὐχαριστιακά.
Ὁ Παπαδιαμάντης ἤθελε τὴν ἁπλότητα, τὴν ἠρεμία, τὴν ἡσυχία, τὴν ταπείνωση. Ἔτσι ἔνιωθε καὶ τὴν λατρεία. Γι᾿ αὐτὸ γράφει στὸ κείμενό του μὲ ἐπιγραφὴ «φωνὴ αὔρας λεπτῆς»:
«Ὅλα ταῦτα εἶναι ὡς μηδὲν ἐνώπιον τῆς θείας μεγαλειότητος, ὁ δὲ Θεὸς ηὐδόκησε νὰ φανερωθῆ κ᾿ ἐφανερώθη ὡς πρᾶος ταπεινὸς Ἰησοῦς. Τοῦτο προεσήμαινεν ἡ θεοφάνεια ἡ γενομένη εἰς τὸν Θεσβίτην Ἠλίαν ἐπὶ τοῦ ὄρους Χωρήβ. Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τὸν Προφήτην ὄχι ἐν τῷ πνεύματι τῷ βιαίῳ, ὄχι ἐν τῷ συσσεισμῷ, ὄχι ἐν πυρί, ἀλλ᾿ ἐν φωνῇ αὔρας λεπτῆς. Καὶ ἡ φωνὴ τῆς αὔρας τῆς λεπτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ πράου Ἰησοῦ, εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου.
Διὰ τοῦτο, λέγει ὁ μελῳδός, «Ἰησοῦ τῷ πράῳ ψάλλομεν». Καὶ διὰ τοῦτο, θαρρούντως ἐπιφέρομεν ἡμεῖς, ὀφείλομεν νὰ ψάλλωμεν ἐν Ἐκκλησίᾳ μὲ πραείας φωνάς, μὲ φωνὴν αὔρας λεπτῆς, καὶ ὄχι μὲ πολυφωνίας καὶ παραφωνίας, αἵτινες ὁμοιάζουν μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνέμου τὸ βίαιον καὶ μὲ τὸν συσσεισμόν, μέσῳ τῶν ὁποίων δὲν ἐφανερώθη ὁ Θεός.
"Οὐκ ἐν τῷ συσσεισμῷ, Κύριος ... οὐκ ἐν τῷ πυρὶ Κύριος• καὶ μετὰ τὸ πῦρ, φωνὴ αὔρας λεπτῆς• καὶ ἐκεῖ Κύριος"».
Τὸ ἦθος αὐτὸ τοῦ Παπαδιαμάντη ἦταν ἦθος φιλοκαλικό, ἁγιορείτικο. Τὸν ἔχει πληγώσει βαθειὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ ὅλη του τὴν ζωή. Ζοῦσε μέσα στὴν Ἀθήνα καὶ γενικὰ στὸν κόσμο, ἀλλὰ ἀσπαζόταν τὸν Ἄθωνα, γιὰ τὴν ζωὴ ποὺ περικλείει. Γράφει σὲ ἕνα κείμενό του:
«Ἀπὸ τῶν νεωτέρων Ἀθηνῶν, πόλεως ἀναγεννηθείσης διὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ οὐρανοβάμονος Παύλου, πέμπομεν μυστηριώδη ἀσπασμὸν εἰς τὰς ὑπωρείας καὶ τὰς φάραγγας τοῦ μεγαλοπρεποῦς Ἄθω, μὲ τὰς δροσερὰς κρήνας, μὲ τὰς χιλιετεῖς κυπαρίσσους, μὲ τὰ αἰώνια δάση τῶν καστανεῶν, μὲ τοὺς μινυρισμοὺς τῶν ἀπειραρίθμων ἀηδόνων, ὅπου Ἕλλην ψάλτης, ὁ Κουκουζέλης, ᾄδων ἐκίνει τὰς αἶγας καὶ τοὺς ἄρνας, ὡς ὁ μυθολογούμενος Ὀρφεύς, ὅπου ἡ σκέπη τῆς Παναγίας ἐπισκιάζει ὡς ἄλλοτε ἐν τῇ βασιλευούσῃ τῶν πόλεων, ὅπου ζῇ καὶ θάλλει ἡ ἱερὰ παράδοσις τοῦ μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὅπου ἔχει τὴν κοιτίδα μία ὑψηλὴ ποίησις, ἡ ποίησις ἡ χριστιανική, ἥτις δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ ἐμπνέῃ καὶ νὰ παρηγορῇ τους θιασώτας αὐτῆς, ἐν τῷ ἀνθρωπίνῳ βίῳ»"
Πηγή: Φωνή Βοώντος Αμαρτωλού Ιερέως

12 Μαρτίου 2010

Τα τρία μέρη της ψυχής μας

Ο αββάς Ισαάκ λέγει, ότι είναι καλύτερο να υποκλέπτουμε και να νικούμε τα πάθη με την ενθύμηση των εναντίων προς τούτα αρετών, παρά με την αντίσταση. «Κρείσον εν τη μνήμη των αρετών υποκλέπτειν τα πάθη, ή τη αντιστάσει».
Γι’ αυτό, επειδή τρία είναι τα μέρη της ψυχής, λογιστικό, επιθυμητικό και θυμικό, γνώριζε, ότι από αυτά τα τρία γεννώνται και τριών λογιών λογισμοί:
Και από μεν το λογιστικό γεννώνται οι λογισμοί της απιστίας, της προς Θεόν αχαριστίας καί γογγυσμού, της αδιακρισίας, της αγνωσίας καί απλώς, όλοι οι καλούμενοι καθολικώς, βλάσφημοι λογισμοί.
Από δε το επιθυμητικό γεννώνται οι λογισμοί της φιληδονίας, φιλοδοξίας, φιλαργυρίας καί απλώς, όλοι οι καλούμενοι αισχροί λογισμοί.
Από δε το θυμικό γεννώνται οι λογισμοί των φόνων, της εκδικήσεως, φθόνου, μίσους, ταραχής καί απλώς όλοι οι καλούμενοι πονηροί λογισμοί.
Λοιπόν εσύ πρέπει να νικάς αυτά με τις εναντίες τους αρετές, όπως:
την απιστία, με την εις τον Θεόν αδίστακτη πίστη,
την προς Θεόν αχαριστία καί γογγυσμό, με την ευχαριστία,
την αδιακρισία με την διάκριση του καλού καί κακού,
την αγνωσία, με την αληθή γνώση των όντων,
καί τις βλασφημίες, με τις δοξολογίες.
Ομοίως την φιληδονία, με την εγκράτεια καί νηστεία,
την φιλοδοξία με την ταπείνωση καί την φιλαργυρία με την ολιγαρκία.
Ομοίως τον φθόνο και το μίσος, με την αγάπη,
την εκδίκηση, με την πραότητα καί υπομονή,
την ταραχή, με την ειρήνη της καρδίας.
Καί δια να ειπώ γενικώς με τον Άγιο Μάξιμο, το μεν λογιστικό της ψυχής σου στόλιζέ το με την αρετή της Προσευχής καί θείας Γνώσεως. Το δε επιθυμητικό, με την αρετή της εγκράτειας, καί το θυμικό, με την αρετή της αγάπης, καί βέβαια το φως του νοός σου δεν θέλει σκοτισθεί ποτέ ουδέ οι προρρηθέντες λογισμοί, δύνανται ευκόλως να γεννηθούν εξ αυτών.
Πηγή: «Αόρατος πόλεμος» του Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

11 Μαρτίου 2010

Οι ανοησίες του "focus"

Το ασήμαντο γερμανικό περιοδικό «focus» εκτός από την «χειρονομούσα» Αφροδίτη, αναφέρετε μέσω του αγνώστου δημοσιογραφίσκου K. Boetig σε ακόμα πιο προσβλητικά ανοσιουργήματα που επισκιάσθηκαν από την χειρονομία. Έχοντας κατά πάσα πιθανότητα «δικούς» μας, εγχώριους ομοϊδεάτες «ανταποκριτές», ο Boetig ειρωνεύεται τη ζωή των Ελλήνων και γενικότερα την πίστη μας στον Θεό. Συγκεκριμένα, φέρεται να ζορίζεται επειδή λέμε: «Ο Θεός βοηθός», παραξενεύετε που το 97% των Ελλήνων είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, ότι υπάρχουν εικόνες των Αγίων στα γραφεία Υπουργών, σε ταβέρνες, στα σπίτια, στα σούπερ μάρκετ. Απορεί επειδή υπάρχουν Άγιοι προστάτες, π.χ. ο Αγ. Νικόλαος των θαλασσινών, και άλλοι Άγιοι που θαυματουργούν και γιατρεύουν ασθενείς, π.χ. η Αγία Παρασκευή τα μάτια, ο Αγ. Ραφαήλ τους καρκινοπαθείς κ.α.
Επειδή τέτοιου είδους «φρούτα» αθεϊστών υπάρχουν και στην χώρα μας, αναρωτιέται κανείς, τι έχουν κρεμασμένο στον τοίχο του γραφείου, ή του δωματίου τους, ο Boetig και ο κάθε Boetig. Μήπως φωτογραφία την μπότα του Χίτλερ, ή την σβάστικα, τον Μαρξ, ή μήπως κάποια πορνοστάρ, κάποιο έργο αφηρημένης τέχνης, ή κάποιο «διάσημο» πρεζόνι σατανιστή ροκά; Ο Boetig και ο κάθε Boetig, τι πιστεύουν; Μήπως στον πίθηκο-δημιουργό(;), στην Άϊντραχτ Φραγκφούρτης καί στα «ιδεώδη» της Άντζελα Μέρκελ και των σιωνιστών; Ποιους έχουν ως πρότυπα αρετής καί ήθους; Μήπως τα ανθρωπόμορφα κτήνη του Γ΄ Ράιχ; Ποιος τρόπος ζωής τους εκφράζει; Μήπως η κερδοσκοπία, η εκμετάλλευση των συνανθρώπων τους και το «δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά = ένας μήνας φτηνιάρικες διακοπές»;
Ο Boetig και ο κάθε Boetig, γιατί ξεχνάνε τον λαό που τους έκανε ανθρώπους; Και αντί για ευχαριστώ συνέργησαν μανιωδώς για να τον εξουδετερώσουν οπόταν τους δόθηκε η ευκαιρία υποστηρίζοντας εγκληματίες και γενοκτόνους; Ποιος τους έδωσε τον πολιτισμό που έχουν, ποιος τους έδωσε τον Χριστιανισμό που αλλοίωσαν στα μέτρα των παθών τους; Ποιος άλλος λαός, σαν τους Έλληνες, θα άντεχε σε όσα τράβηξε απ’ όλους αυτούς τους κάθε είδους «Boetig»;
Ναι γερμανέ δημοσιογραφίσκε, πιστεύουμε στον Θεό. Είμαστε βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, έχοντας ως τρόπο ζωής το Ευαγγέλιο του Χριστού, την αγάπη προς τον Θεό, τον συνάνθρωπο, ακόμα και των εχθρών, την ειρηνική ζωή, την ταπείνωση της σάρκας και την εκρίζωση των παθών της πλεονεξίας, της φιλαργυρίας, της μνησικακίας, της φιληδονίας. Τηρούμε τις Άγιες Εντολές όπου μέσα σ’ αυτές συναντάται ο ίδιος ο Θεός. Την καλοσύνη, την υπομονή, την ανεξικακία, την σεμνότητα, την φιλαδελφία, την απλότητα, την τιμιότητα, την μετάνοια. Ναι, τιμούμε τους Αγίους μας, γιατί με την αγιότητά τους δείχνουν τον δρόμο της σωτηρίας, νικώντας την αμαρτία.
Αυτά γερμανέ δημοσιογραφίσκε. Τόσο απλή είναι η ζωή των πραγματικών Ελλήνων. Αν πάλι δεν σε ικανοποιούν αυτά, τότε σύγκρινε την ζωή ενός φτωχού απλοϊκού Έλληνα, με την δική σου ζωή και αναλογίσου αν ζεις καλύτερα από αυτόν! Και αν απορείς για τα οικονομικά προβλήματα του κράτους της Ελλάδας, αυτά οφείλονται στην πλεονεξία και την αμαρτωλότητα που έχουν επιλέξει ως τρόπο ζωής οι ίδιες μασονοπαρέες που κυβερνούν και την δική σου χώρα.
Ως επίλογο, δες μία ρήση ενός μεγάλου συμπατριώτη σου: "Όπως είναι ο νούς, η καρδιά καί η ψυχή για τον άνθρωπο, είναι και η Ελλάδα για την ανθρωπότητα" - Γκαίτε (Γερμανός ποιητής)
Στρατής Ανδριώτης

Ιωάννης Καποδίστριας (1)

"...῾Η Παιδεία , ἡ εὐφυΐα, ἡ ἱκανότης, ἡ εὐσέβεια, τὸ ἦθος, ἡ εὐσυνειδησία καὶ ἡ φιλοπατρία, ποὺ ἐχαρακτήριζον τὸν Κυβερνήτην, εἶναι σπανιώτατον φαινόμενον νὰ εὑρεθοῦν ὅλα εἰς ἕνα ἄνθρωπον καὶ μάλιστα πολιτικόν. Λόγῳ αὐτῶν τῶν σπανίων ἀρετῶν του εἶχε ἐπιβληθῆ εἰς ὅλον τὸν πολιτισμένον τότε κόσμον ὡς μία σπανία παναξία προσωπικότης. Καὶ ἄλλοι μὲν προσεπάθουν νὰ τὸν προσεταιρισθοῦν καὶ τὸν ἀξιοποιήσουν, ὅπως οἱ Τσάροι τῆς Ρωσσίας, ἄλλοι δέ, ὅπως ἡ «ψυχή» τῆς ῾Ιερᾶς Συμμαχίας, ὁ διαβεβοημένος μέγας μισέλλην Μέτερνιχ, τὸν ἐμίσουν, τόν ὑποφθαλμιοῦσαν καὶ διαβάλλοντές τον ἤθελον τοιουτοτρόπως νὰ τὸν ἐξουθενώσουν...
Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ φράσις τοῦ διασήμου Γάλλου συγγραφέως Βιλλερμαίν, ὁ ὁποῖος συνήντησε τὸν Καποδίστριαν τὸν Μάϊον τοῦ 1824, ὅταν μετέβη εἰς τὴν γαλλικὴν πρωτεύουσαν. Οὗτος ἔγραψεν: «῎Αν ὑπάρχῃ εἰς τὸν κόσμον εὐγένεια καταγωγῆς σφραγισμένης ἀπὸ τὴν λεπτότητα τῆς φυσιογνωμίας, τὴν εὐφυᾶ καθαρότητα τοῦ βλέμματος, τὴν χαριτωμένην ἁπλότητα τῶν τρόπων, τὴν αὐτόματον κομψότητα τοῦ λόγου εἰς διαφόρους γλώσσας, οὐδεὶς εἶναι περισσότερον εὐπατρίδης ἀπὸ τὸν κόμητα Καποδίστριαν» (Νεώτερον ᾿Εγκυκλοπαιδικὸν Λεξικὸν «῾Ηλίου», τόμ. 10).
Δυστυχῶς ὅμως τὰ «σαράκια» τῆς φυλῆς μας, ἡ διχόνοια , ἡ ζηλοφθονία, ἡ χαιρεκακία καὶ ἡ ξενοδουλεία δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὸν Καποδίστριαν νὰ ὁλοκληρώσῃ τὸ κολοσσιαῖον καὶ μεγίστης σημασίας διὰ τὴν ῾Ελλάδα ἔργον του. ᾿Απὸ τὸ χάος καὶ τὸ μηδὲν νὰ τὴν κάνῃ πρότυπον ὠργανωμένου Κράτους εὐημερίας, δικαιοσύνης, εὐνομίας, τάξεως, ὀργανώσεως καὶ νὰ τὴν καταστήσῃ λίαν ὑπολογίσιμον και σεβαστὴν χώραν, ρυθμιστὴν τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς Μεσογείου.
Μεταξὺ τῶν πολλῶν διαταγμάτων του διὰ τὴν ὀργάνωσιν Παιδείας, Στρατοῦ, ᾿Εμπορίου, Οἰκονομίας, Δικαιοσύνης καὶ λοιπὰ εἰς τὸ νεοσύστατον ἑλληνικὸν Κράτος ἦτο καὶ ἡ προτροπή του, μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1829, νὰ ὑλοποιηθῇ ὁ πόθος τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ 1821 μὲ τὴν ἔκδοσιν διατάγματος «...περὶ ἀνεγέρσεως Ναοῦ τοῦ Σωτῆρος ὡς εὐχαριστήριον πρὸς τὸν σώσαντα ἐκ τῶν κινδύνων Χριστόν ...» (Τάμα τοῦ Γένους).
Η καθαρὰ ἑλληνοκεντρική - ἔμπρακτος χριστιανικὴ πολιτική του καὶ ὁ ἀκάματος πόθος του νὰ εὐημερήσουν ὅλοι οἱ ῞Ελληνες καὶ νὰ καταστήσῃ τὴν ῾Ελλάδα ἰσχυρὰν καὶ ὑπολογίσιμον δύναμιν, μὲ ἡγετικὸν ρόλον εἰς τὴν περιοχήν, ἐπέφερον τὴν μῆνιν τῶν ξένων δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι, διὰ τῶν ἐδῶ ὀργάνων των, τὸν ἐδολοφόνησαν τὴν 27ην Σεπτεμβρίου 1831 εἰς τὸ Ναύπλιον. Οὕτω, δυστυχῶς, παρεμείναμε πολὺ μικρὰ χώρα, ἀνίσχυρος καὶ ἀνυπόληπτος, ἕρμαιον τῶν διαπλεκομένων συμφερόντων καὶ τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Πατρίδος μας δρώντων.
᾿Ανάγκη ὅθεν νὰ ἀνανύψωμεν καὶ νὰ γίνωμεν «φιλέλληνες» καὶ εὐσυνείδητοι ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, διὰ νὰ μὴ ἐκλέγωμε δημαγωγούς, λαοπλάνους καὶ ὄργανα τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ἀλλὰ νὰ ἀναδείξωμεν πολιτικοὺς ἐμφορουμένους ἐμπράκτως ἀπὸ τὰς ἀθανάτους ἑλληνοχριστιανικὰς ἰδέας καὶ ἀρχάς, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐμφορεῖτο καὶ ὁ ἀείμνηστος Κυβερνήτης ᾿Ιωάννης Κ α π ο δ ί σ τ ρ ι α ς".
Πηγή: Φωτεινή Γραμμή – «ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΚΕΙΜΕΝΟΝ ΤΗΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ 6/18 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΤΟΥ 1829» (Πρακτικά τῆς ᾿Ακαδημίας ᾿Αθηνῶν) ῾Ελένης Κούκκου, Καθηγητρίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν.
* Ίδρυμα προασπίσεως ηθικών και πνευματικών αξιών

10 Μαρτίου 2010

Ελληνικό Βυζάντιο

Το Βυζάντιο, ούτε Μεσαίωνας υπήρξε, ούτε «καρπός μιας πολιτισμικής επιμιξίας», αλλά η ελληνική συνέχεια… Ο ελληνικός χαρακτήρας είναι έκδηλος σε κάθε τομέα του βυζαντινού πολιτισμού, ακόμη και στη χριστιανική τέχνη, που συνεχίζει την ελληνιστική.
»Θα ήταν κοινός τόπος η αναφορά και μόνο της ελληνικότητας στη βυζαντινή φιλολογία και γλώσσα, γιατί κατά κόρον γίνεται λόγος για τη συμβολή των Βυζαντινών στη διάσωση της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας. Κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλλει ότι αν δεν ενδιαφέρονταν ο ιερός Φώτιος και ο μαθητής του Καισαρείας Αρέθας, μεγάλο τμήμα της κλασικής λογοτεχνίας θα είχε καταστραφεί.
»Αλλά το Βυζάντιο δεν περιορίσθηκε μόνο στη διάσωση της αρχαιοελληνικής πνευματικής κληρονομιάς. Οι βυζαντινοί λόγιοι δέχθηκαν μεγάλη επίδραση από τους αρχαίους σε όλα τα είδη του λόγου: ποίηση, ιστορία κ.λ.π. Ο δημόσιος καί ιδιωτικός βίος του Βυζαντίου επηρεάσθηκε κι αυτός από τον αρχαίο ελληνικό μέσα στα χριστιανικά πλαίσια βέβαια.
» η κοινή (γλώσσα) του Βυζαντίου ήταν καί εκείνη ελληνική, συνέχιζε μιαν άλλη παράδοση, που δημιουργήθηκε επί Μεγάλου Αλεξάνδρου με την εξάπλωση του Ελληνισμού ως τη μακρινή Ινδία. Γι' αυτό καί δεν γίνεται λόγος για βυζαντινή γλώσσα, αλλά για ελληνική των μέσων χρόνων. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η κλασική λογοτεχνία καί ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός γενικά έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στην πνευματική συνέχεια των Βυζαντινών. Η βυζαντινή παιδεία ήταν πάντοτε ελληνική καί αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς διδάσκονταν στα σχολεία του. Οι βυζαντινές βιβλιοθήκες ήταν γεμάτες από αρχαία ελληνικά συγγράμματα, το ίδιο καί οι πατριαρχικές! Στήν αρχή, όπως ήταν φυσικό, οι Βυζαντινοί είδαν με διστακτικότητα τους αρχαίους, καθώς τους ταύτιζαν με τους ειδωλολάτρες, τους εθνικούς.
» Με τον καιρό πραγματοποιήθηκε τέτοια στροφή, που έχουν επισημανθεί περιπτώσεις βυζαντινών συγγραφέων, οι όποιοι έχουν μιμηθεί ή επηρεασθεί από τους αρχαίους, τον Όμηρο, τον Πλάτωνα, τον Θουκυδίδη. Ο ίδιος ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός ήδη τον 4ο αιώνα, δηλώνει την ελληνική καταγωγή του καί δεν αρνείται ότι πρόγονοί του ήταν οι εθνικοί Έλληνες.
Οι βυζαντινοί Έλληνες είχαν συνειδητοποιήσει πλήρως τον εθνισμό τους. Απευθυνόμενος μεταξύ 1383 - 1387 ο Μανουήλ Β' Παλαιολόγος στους πολιορκημένους Θεσσαλονικείς, τους θύμιζε ότι πατρίδα τους ήταν η πατρίδα του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου. Γι' αυτό ο Bury υποστηρίζει στην Ιστορία του της Ύστερο-Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ότι «ο πολιτισμός του Βυζαντινού κράτους έχοντας βαθειές ρίζες στο παρελθόν, ήταν η τελευταία φάση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού».
Το δίκαιο των Βυζαντινών βασιζόταν βέβαια στο ρωμαϊκό, αλλά σ' αυτό είχαν ενσωματώσει, όπως είναι γνωστό, το αρχαίο ελληνικό εθιμικό δίκαιο. Η βυζαντινή μουσική συνέχιζε και αυτή την ελληνική παράδοση. Το ελληνικό Βυζάντιο οφείλει, ασφαλώς, πολλά στην Εκκλησία. Κατά τον Ρουμάνο βυζαντινολόγο Ν. Γιόργκα «η Εκκλησία υπήρξε ο κύριος παράγοντας εξελληνισμού της Αυτοκρατορίας», ενώ ο Έσσελινγκ εύστοχα επισημαίνει ότι «η Εκκλησία ένωσε τα στοιχεία της ελληνικής πραγματικότητας, όπως δεν έκανε καμιά πολιτική δύναμη προηγουμένως». Γιατί δεν διαφεύγει κανενός ότι η Εκκλησία ήταν εκείνη που χρησιμοποίησε στη λατρεία την ελληνική γλώσσα καί μ' αυτή διέδωσε τον Χριστιανισμό στα πέρατα της Οικουμένης.
Μια ακόμη απόδειξη της ελληνικότητας του Βυζαντίου είναι ο ελληνορθόδοξος χαρακτήρας των τριών μεγάλων Πατριαρχείων της Ανατολής, πού ήδη αναφέραμε (Ιεροσολύμων, Αντιοχείας, Αλεξανδρείας). Ως χθες, στη λειτουργία μνημόνευαν τον βασιλέα των Ελλήνων -συνήθεια καθαρά βυζαντινή- καί με αξιοθαύμαστο τρόπο διατηρούν καί σήμερα τον ελληνικό χαρακτήρα τους σε περιβάλλον τελείως ξένο, διόλου πρόσφορο. Αυτό είναι δείγμα ισχύος πού αντλείται από την παράδοση, από τους βυζαντινούς χρόνους. Τα ελληνορθόδοξα Πατριαρχεία της Ανατολής υπήρξαν, πραγματικά, οι θεματοφύλακες του βυζαντινού Ελληνισμού στο διάβα των αιώνων. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών καί πάσης Ελλάδος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος έγραφε σχετικά στο έργο του «Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία»: «Η διάδοσις του Χριστιανισμού πολλαχού μεν διηυκολύνετο υπό του Ελληνισμού, ενιαχού δε συνεπήγετο την διάδοσιν του Ελληνισμού, εν αίς επαρχίαις ούτος δεν επεκράτει, ου μόνον εντός της Μικρασιατικής Χερσονήσου, αλλά καί εκτός αυτής, εν Αρμενία καί εν Αφρική, εν μέρει δε καί εν Αραβία καί Αιθιοπία. Το πρώτον δε αι Χριστιανικαί παροικίαι της Ασιατικής Ελλάδος ωργανώθηκαν διοικητικώς συμφώνως προς τάς αρχάς του Χριστιανισμού καί επί τη βάσει των αρχαίων ελληνικών πολιτευμάτων».
Βιβλιογραφία: «Από το Βυζάντιο στο Νέο Ελληνισμό» του Ι.Μ. Χατζηφώτη

9 Μαρτίου 2010

Καταπολέμηση των παθών

του Ευάγριου μοναχού

«Το νου που περιπλανιέται τον σταματά η ανάγνωση, η αγρυπνία και η προσευχή. Την επιθυμία όταν ανάβει, την μαραίνει πείνα και κόπος και αποτράβηγμα από τους ανθρώπους. Το φρενιασμένο θυμό τον καταπαύει η ψαλμωδία, η μακροθυμία και το έλεος. Τα υπερβολικά και παράκαιρα είναι λιγόκαιρα, βλάπτουν μάλλον και δεν ωφελούν».
Από την Φιλοκαλία

Η ωφέλεια της νηστείας

«Νηστεύοντες αδελφοί σωματικώς, νηστεύσωμεν και πνευματικώς… ουκ έστιν η Βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και άσκησις συν αγιασμώ…» Εκκλησιαστικοί ύμνοι.
Η νηστεία είναι: «όπλο μέγα κατά των πειρασμών» (Άγ. Θεοφύλακτος),
«αρχή της χριστιανικής ζωής, μητέρα της προσευχής, πηγή σωφροσύνης, και φρόνησης. Αύτη διδάσκει την ησυχία και προηγείται όλων των καλών έργων… Δρόμος μέγας εις παν αγαθόν… προστατεύει κάθε αρετή. Είναι η αρχή του πνευματικού αγώνα» (Άγ. Ισαάκ ο Σύρος),
«πονηρών εννοιών εκκοπή, ενυπνιασμών ελευθερία, προσευχής καθαρότης, ψυχής φωστήρ, νοός φυλακή» (Άγ. Ιωάννης Κλίμακος),
«θεμέλιος αρετής» (Άγ. Γρηγόριος Νύσσης),
«κακού αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους, επιορκίας… κάνει σπίτια να προκόβουν, είναι μητέρα της υγείας, παιδαγωγός της νεότητας, στολίδι των γερόντων, καλή σύντροφος των οδοιπόρων, πιστός συγκάτοικος αυτών που συνοικούν» (Άγ. Βασίλειος),
«παντός κακού αποχή» (Άγ. Θεόδωρος Στουδίτης),
«αποστροφή προς τα αμαρτήματα, τον φθόνο, τη λοιδορία, τη φλυαρία, και τα άλλα κακά» (Μέγας Φώτιος),
«την επιθυμία μαραίνει» (Άγ. Μάξιμος Ομολογητής),
«…έχει τη δύναμη σε άλλον να καταστέλλει τις πυρώσεις και τις κινήσεις της σάρκας, σε άλλον να καταπραΰνει το θυμό, από άλλον να διώχνει τον ύπνο, σε άλλον να διεγείρει την προθυμία για το καλό, άλλου να καθαρίζει το νου και να τον ελευθερώνει από τους πονηρούς λογισμούς, άλλου να δαμάζει την αλόγιστη γλώσσα και με το φόβο του Θεού να την συγκρατεί και να μην την αφήνει καθόλου να λέει λόγια ανωφελή και άσχημα. Σε άλλον σκεπάζει αοράτως τα μάτια που πλανώνται, τα συγκρατεί και δεν τα αφήνει να περιφέρονται περίεργα εδώ κι εκεί, αλλά κάνει τον καθένα να προσέχει τον εαυτό του και τον διδάσκει να θυμάται τα δικά του αμαρτήματα και τις δικές του ελλείψεις… χωρίς νηστεία κανένας και καμία αρετή μπόρεσε να κατορθώσει» (Άγ. Συμεών Νέος Θεολόγος),
«παν καλόν και αγαθόν διά της νηστείας κατορθούται και τελειούται» (Άγ. Γρηγόριος Παλαμάς),
«της μελλούσης ζωής εικών… των Αγίων σύντροφος» (Άγ. Αστέριος Αμασείας).
Η χριστιανική νηστεία δεν είναι σωματοκτόνος αλλά «παθοκτόνος» (Άγ. Συμεών Νέος Θεολόγος).
«Αν η νηστεία ήταν αναγκαία στον Παράδεισο, είναι πολύ περισσότερο αναγκαία έξω από τον Παράδεισο» Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος.
«Όπως νηστεύουμε ως προς την κοιλιά, να νηστεύουμε και ως προς τη γλώσσα, αποφεύγοντας την καταλαλιά, το ψέμα, την αργολογία, τη λοιδορία, την οργή…» (Άγ. Δωρόθεος Γάζης).
«Αν όλοι την παρελάμβαναν ως σύμβουλο σ’ αυτά που οφείλουν να πράξουν, τίποτε δεν θα εμπόδιζε να είχαμε βαθιά ειρήνη σ’ ολόκληρη την οικουμένη… Κι ούτε πάλι ο βίος μας θα ήταν τόσο πολυστένακτος και γεμάτος κατήφεια, αν η νηστεία κυβερνούσε τη ζωή μας. Διότι είναι φανερό ότι θα δίδασκε σε όλους όχι μόνο την εγκράτεια των τροφών, αλλά και την πλήρη αποφυγή και αποξένωση από τη φιλαργυρία, την πλεονεξία και από κάθε άλλη κακία» (Μέγας Βασίλειος).

8 Μαρτίου 2010

Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο Παράδεισος

Γράφει ο συναξαριστής των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, αναφερόμενος στην απόφαση του ειδωλολάτρη ηγεμόνα Αγρικόλαου, να ριχθούν γυμνοί οι Άγιοι στην παγωμένη από το δριμύ ψύχος λίμνη της Σεβάστειας, δεδομένου ότι ο βόρειος άνεμος έκανε ακόμα πιο δυσβάσταχτο το μαρτύριό τους, που όμως υπέμειναν για την αγάπη του Χριστού: «…Μη νομίσετε ευλογημένοι Χριστιανοί, ότι είναι λίγη τιμωρία αυτή του να ρίψουν άνθρωπο γυμνό εντός του πάγου και μάλιστα εν καιρώ νυκτός… Πρώτον μελανιάζει ολόκληρο το σώμα του ανθρώπου από το ψύχος το πολύ και χάνεται η φυσική ωραιότητα, έπειτα φεύγει όλο το αίμα από τα μέλη του σώματος και συσσωρεύεται στην καρδιά. Τότε τα άκρα των μελών του σώματος μένουν χωρίς θερμότητα και αρχίζουν λίγο – λίγο να σαπίζουν και να διαλύονται. Όχι μόνο στα άκρα γίνεται τότε ο πόνος αφόρητος, αλλά και η καρδιά συσφίγγεται από το αίμα και δέχεται φοβερές τις οδύνες».
Οι Άγιοι όμως προθύμως έσπευσαν να υποστούν αυτή την τιμωρία λέγοντες: «…Ας γυμνωθούμε τώρα για τον Παράδεισο, τον οποίο απωλέσαμε. Τι θα ανταποδώσουμε στον Κύριο για όλα εκείνα τα οποία προσέφερε σε εμάς; Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός γυμνώθηκε επί του Σταυρού για εμάς. Τι θαυμαστό, εάν γυμνωθούμε και εμείς για Εκείνον;… Δριμύς είναι ο χειμών, αλλά γλυκύς είναι ο Παράδεισος, θλιβερός είναι ο πάγος, αλλά η απόλαυση του Παραδείσου είναι γλυκυτάτη, λίγο ας υπομείνουμε και θα μας θερμάνει ο κόλπος του Αβραάμ. Έναντι του κόπου μιας νυκτός, ας εξαγοράσουμε χαρά αιώνια. Ας παγώσουν τα πόδια μας, για να χορεύουν στον Παράδεισο, ας διαλυθούν τα χέρια μας, για να έχουμε παρρησία να τα σηκώσουμε προς τον Θεό… Σώμα είναι, ας μη το λυπηθούμε, επειδή μέλλει εν καιρώ να πεθάνουμε. Ας πεθάνουμε τώρα θεληματικώς, για να ζήσουμε αιωνίως. Ας γίνουμε θυσία στον Θεό, θυσιάζοντας τα μέλη μας υπέρ της αγάπης του Χριστού».

Η διόραση του Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη (1901-1959)

* Μία ευσεβής γυναίκα αναφέρει πως ο σύζυγός της ήταν στη Ρωσία καί πέθανε εκεί. Η ίδια όμως δεν γνώριζε τον θάνατό του. Ο Γέροντας με τη διόρασή του, γνώριζε τον θάνατό του, και κάποια ημέρα είπε στη σύζυγό του: «Μου χρωστάς τρεις πήχες σάβανο». Δεν της απεκάλυψε όμως τον λόγο, για να μη τη λυπήσει. Μετά από αρκετό καιρό, σε κάποια λειτουργία, μνημόνευσε: «Μαρίας καί των τέκνων». Δίχως ν' αναφέρει τ' όνομα του συζύγου της. Όταν πήγε στο σπίτι της σκέφθηκε, γιατί δεν τον μνημόνευσε καί τον σύζυγό της Σάββα. Όταν μετά μερικές ημέρες πήγε πάλι στο μοναστήρι και ήταν και άλλοι παρόντες ο Γέροντας με τρόπο της απεκάλυψε τον θάνατο του συζύγου της. Η ίδια, καθώς διηγείται, τον έβλεπε ως λειτουργό να μην πατά στη γη.
* Μία ευλαβής γυναίκα μόλις ο σύζυγός της έφευγε για δουλειές του στη Δράμα, εκείνη ανηφόριζε βιαστικά για το μοναστήρι, για να προλάβει την ακολουθία, πού τελείωνε πάντοτε πριν ξημερώσει.
Μια ημέρα που έφυγε ο σύζυγός της με φορτωμένο το αμάξι του με ξύλα, έτρεξε στην Εκκλησία του μοναστηρίου. Στάθηκε σε μια γωνιά πίσω από το παγκάρι καί άρχισε θερμή την προσευχή της. Ήταν χρόνια δύσκολα, Βουλγαρική κατοχή... Στό τέλος της Θ. Λειτουργίας πήγε τελευταία να πάρει αντίδωρο. Σκύβει τότε λίγο ο Γέροντας και της λέγει χαμηλόφωνα: «Η Παναγία, κόρη μου, άκουσε την προσευχή σου καί έσωσε τον άνδρα σου από μεγάλο κίνδυνο!..». Έφυγε σκεφτική καί με κάποια αγωνία πότε να βραδιάσει, να επιστρέψει ο σύζυγος στο σπίτι και να μάθει τι του είχε συμβεί. Παράλληλα όμως δόξαζε τον Θεό κι ευχαριστούσε με την καρδιά της την Παναγία για τη μεγάλη χάρη που της έκανε.
Με πολλή συγκίνηση της διηγήθηκε το βράδυ ο σύζυγός της πώς γλίτωσε ως εκ θαύματος. Παρά λίγο να τον τουφεκίσουν δύο δασικοί —ένας Έλληνας κι ένας Βούλγαρος- αν ανακάλυπταν κάποιο ξύλο απαγορευμένο που είχε κρύψει κάτω από τα κοινά καυσόξυλα και που του χρειαζόταν για την δουλειά του.
Τον σταμάτησαν έξω από το χωριό και του επέβαλαν να ξεφορτώσει τα ξύλα. Μια, δυο, τρεις σειρές. Υπολείπετο μία, για να φανεί το κρυμμένο, και το αποτέλεσμα ήταν γνωστό... Ξαφνικά στρέφεται ο Βούλγαρος και λέγει στον σύντροφό του. «Τι τον ταλαιπωρούμε τον άνθρωπο δεν θα έχει τίποτε ύποπτο». Και απευθυνόμενος προς τον αγωγιάτη που εξωτερικά διατηρούσε ακόμη την ψυχραιμία του, του είπε να φορτώσει πάλι και να φύγει. Ο ίδιος γνώριζε τα Βουλγαρικά, γιατί ήταν πρόσφυγας από τη Στενήμαχο της "Ανατολικής Ρωμυλίας".
Από το βιβλίο «Ο Μακάριος Γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης» του μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου

7 Μαρτίου 2010

Ο Σταυρός του Χριστού

Η εν Χριστώ ζωή δεν είναι ζωή ανέμελη, ανεύθυνη, ζωή ξεγνοιασιάς, χωρίς κόπο. Έχει την πραγματική ευτυχία, μεγάλες καί ουσιαστικές χαρές, ειρήνη πολλή καί βαθύτατη, που όμως επιτυγχάνονται σιγά-σιγά καί διατηρούνται καί επαυξάνονται μέσα από μία σταυρική ζωή.
Ο Σταυρός τον Χριστού ενυπάρχει καί επαναλαμβάνεται στην ζωή των Αγίων, στην ζωή των πιστών, των μαθητών του Χριστού καί σήμερα. Αυτός ομορφαίνει την ζωή μας, μας μορφώνει εν Χριστώ, μας ωριμάζει, μας ετοιμάζει για την Ανάσταση, την αιώνιο ζωή,
Ο εκτός Εκκλησίας κόσμος φοβάται τον Σταυρό του Χριστού, τον χλευάζει, τον απεχθάνεται, τον αρνείται με κάθε τρόπο. Έτσι μένει χωρίς την ευλογία Του, χωρίς την δύναμή Του, δίχως ελπίδα στον παρόντα καί μέλλοντα αιώνα. Οι ταπεινοί αθλητές του Σωτήρος Χριστού εν υπομονή πολλή σηκώνουν τον Σταυρό στην ζωή τους, έστω καί με αδυναμίες, με ατέλειες, οι οποίες ημέρα με την ημέρα εξαλείφονται καί στην θέση τους εντυπώνονται τα σταυρικά της αγάπης "στίγματα του Ιησού" στο σώμα καί την ψυχή τους.
Είναι αυτοί πού προέρχονται "από της θλίψεως της μεγάλης" καί λευκαίνεται η στολή τους με το αίμα του Αρνιού. Είναι αυτοί που μπορούν να αγαπούν πραγματικά εν Χριστώ, να κατανοούν τον συνάνθρωπο με τις αμαρτίες καί αδυναμίες του, να τον αποδέχονται όπως είναι, ακόμη κι όταν δεν το αξίζει, όπως ο ίδιος ο Κύριος μας αγάπησε χωρίς να το αξίζουμε.
Είναι αυτοί πού με την άρση του Σταυρού του Χριστού στην ζωή τους κρατούν την Χάρι του Θεού στον αρρωστημένο κόσμο μας, καί τον συντηρούν, τον ομορφαίνουν. Δεν είναι καί σήμερα λίγοι αυτοί που αγαπούν τον Σταυρό του Χριστού στην ζωή τους. Δεν είναι λίγοι αυτοί που τον προκρίνουν αντί των εύκολων κοσμικών λύσεων, φυλάττοντας "οδούς σκληράς" μόνο καί μόνο "δια τους λόγους των χειλέων του Ιησού".
Μ' αυτούς ποθούμε να συναριθμούμαστε, με την Χάρι του Θεού, καί εμείς που δυσκολευόμαστε λόγω των αδυναμιών μας να σταυρώνουμε στον Σταυρό του Χριστού τον παλαιό άνθρωπο, την υπερήφανη λογική μας, καί να λέγομε με την καθημερινή μας πράξη: " Τον Στανρόν σου προσκυνούμεν Δέσποτα..."
Πρόλογος του βιβλίου «Ο Σταυρός του Χριστού και η σημασία του στην ζωή μας» του Αρχιμ. Γεωργίου, Καθηγουμένου Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγ. Όρους

Πως κάνουμε τον Σταυρό μας

Ερχόμεθα τώρα στο «σημείον» του Τιμίου Σταυρού, του Ιερού αυτού Συμβόλου της Αμωμήτου Πίστεώς μας, το οποίον «φρίττουν οι δαίμονες» καί το οποίον
είναι το αήττητον όπλον παντός Ορθοδόξου.
Πολλοί κάνουν τον Σταυρό τους συνέχεια, άλλοι καθόλου, άλλοι με τόση βιασύνη πού μοιάζει με παίξιμο λαϊκού οργάνου. Ο Τίμιος Σταυρός πρέπει να χαράσσεται κανονικά, χωρίς βιασύνη με τα τρία δάκτυλα (μέγας, λιχανός, μέσος) ενωμένα καλώς εις τύπον της Παναγίας Τριάδος, καί τα άλλα δύο (παράμεσος, μικρός) μέσα στην παλάμη, είς τύπον των δύο φύσεων του Κυρίου μας. Φέρομε τα τρία δάκτυλα στο μέτωπο, κατόπιν στην κοιλιά, μετά στον δεξιόν ώμο καί είτα στον αριστερό, κάνοντας συγχρόνως μικρή υπόκλιση της κεφαλής.
Χαράσσομε τον Τίμιο Σταυρό στο μέτωπο: ήγουν στην κεφαλή γιατί Χριστός εστίν η κεφαλή της Εκκλησίας καί δια να μας φωτίσει τον νουν. Στήν κοιλιά γιατί ομολογούμε ότι ο Χριστός μας κατήλθεν έως Άδου ταμείων δια να σώσει τους απ’ αιώνος κεκοιμημένους, δια να μας λυτρώσει από τα πάθη της γαστρός καί των υπογαστρίων. Στόν δεξιό ώμο γιατί ο Χριστός μας κάθηται εκ δεξιών του Πατρός καί διότι «προωρώμην τον Κύριον ενώπιον μου δια παντός, ότι εκ δεξιών μου εστίν, ίνα μη σαλευθώ» (Δαβίδ). Τέλος εις τον αριστερόν ώμο, στο μέρος της καρδιάς διότι δια της Σταυρικής θυσίας του Κυρίου καθαιρόμεθα εκ των πονηριών αυτής, αλλά καί προασπιζόμεθα εκ των εφόδων του εχθρού, του διαβόλου δηλονότι, που εξ αριστερών προσπαθεί να μας υποσκελίσει.
Από το βιβλίο «Οδηγός Ορθοδόξου προσκυνητού» του Αρχιμ. Δοσιθέου Κανέλου (εκδ. Ι.Μ. Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας)

Το πάθημα του Ιερομόναχου Φωτίου Λαυριώτου

*Το παρακάτω συμβάν διαδραματίστηκε την περίοδο (1959-1962) της αποκαλύψεως των Νεοφανών Μαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου, Ειρήνης και των συν αυτώ μαρτυρησάντων στην Θερμή της Λέσβου και περιγράφεται στο βιβλίο «Καρυές ο λόφος των Αγίων» της Βασιλικής Ράλλη (εκδ. Ακρίτας).«Η φιλοτεχνηθείσα από τον αείμνηστον αγιογράφο Φώτη Κόντογλου εικόνα των αγίων Ραφαήλ και Νικολάου δεν ήταν η πρώτη, καθώς ενόμιζε τότε ο μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος. Είχε προηγηθεί μία άλλη με τους δύο αγίους, την οποία είχε αγιογραφήσει ο ερασιτέχνης αγιογράφος ιερέας της Μόριας Βασίλειος Μπάμιας. Είχε προβεί στην ενέργεια αυτή, γιατί είχε ονειρευτεί τον άγιο Ραφαήλ, ο όποιος, αφού σταύρωσε την κόρη του, που ήταν σοβαρά άρρωστη από παράτυφο, του είπε:
-Βασίλειε, θέλω να κάνεις την εικόνα μου... κοίταξε με καλά, για να με ζωγραφίσεις όπως με βλέπεις.
Από την άλλη μέρα η κόρη του ήταν απύρετη, κι ο παπα-Βασίλης άρχισε την αγιογράφηση, με νηστεία καί προσευχή. Η εικόνα τέλειωσε τίς μέρες πού βρήκαμε το μνημείο του διακόνου αγίου Νικολάου. Ο πατήρ Βασίλειος, φοβούμενος τον μητροπολίτη, γιατί δεν είχε το δικαίωμα να κάνει την εικόνα νέων αγίων χωρίς την άδεια του, την έφερε κρυφά στο σπίτι μας (Θερμή) με την παράκληση να τη φυλάξουμε, ώσπου ν’ αναγνωρισθούν οι άγιοι.
Αυτή τη μέρα ήρθε στις Καρυές ο ιερομόναχος Φώτιος Λαυριώτης, σταλμένος από τον μητροπολίτη Ιάκωβο, να ιδεί το ιερό λείψανο του διακόνου αγίου Νικολάου, όπως ήταν ακόμα μέσα στον τάφο του, καί να πει τη γνώμη του. Μόλις το είδε, σταυροκοπήθηκε καί είπε:
-Καί τυχαίως να έβλεπα αυτόν τον νεκρό, θά έλεγα ότι ήταν καλόγηρος... γιατί μόνον τους καλογήρους θάπτουν κατ' αυτόν τον τρόπο, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος.
Έμεινε αρκετή ώρα στίς Καρυές προσευχόμενος. Όταν κατέβηκε στο χωριό, η ώρα ήταν περασμένη καί δεν υπήρχε πια λεωφορείο για να φύγει. Γι' αυτό προσφερθήκαμε να τον φιλοξενήσουμε στο σπίτι μας. Την ώρα που τον οδηγούσα στο δωμάτιο που θα κοιμόταν, σκέφτηκα πώς επάνω στο τραπέζι είχα τοποθετήσει πρόχειρα την εικόνα που μας είχε φέρει ο πατήρ Βασίλειος. Φοβούμενη μήπως ο πατήρ Φώτιος βλέποντάς την ενημέρωνε τον μητροπολίτη, έτρεξα γρήγορα, την άρπαξα στην αγκαλιά μου καί για να μην τη βγάλω από το δωμάτιο καί την έβλεπε ο ιερομόναχος, άνοιξα ένα μεγάλο ντουλάπι, που ήταν επάνω από το προσκέφαλο του κρεβατιού, καί την έκρυψα μέσα. Ο πατήρ Φώτιος δεν αντιλήφθηκε τίποτα.
Αφού προσευχήθηκε στο εικονοστάσι, πλάγιασε στο κρεβάτι για να κοιμηθεί. Πλαγιάσαμε κι εγώ με τη μητέρα μου στο πλαϊνό δωμάτιο. Ο σύζυγός μου απουσίαζε στο χωριό του, την Πέτρα. Περίεργο όμως... Ακούγαμε κάθε τόσο θόρυβο στο δωμάτιο πού είχε πλαγιάσει ο ιερέας. Καταλαβαίναμε ότι σηκωνόταν από το κρεβάτι, προσευχόταν καί πάλι ξαναπλάγιαζε. Αυτό συνέβη αρκετές φορές. Τέλος, το δωμάτιο βυθίστηκε στη σιωπή. Πολύ πρωί την άλλη μέρα σηκώθηκε πρώτη η μητέρα μου. Περνώντας από το διάδρομο για να κατεβεί στην κουζίνα, είδε την πόρτα του δωματίου πού είχε πλαγιάσει ο ιερέας ανοιχτή καί το δωμάτιο άδειο.
-Σήκω, κόρη μου, φώναξε η μητέρα μου τρομαγμένη. Ο παπάς δεν είναι στο σπίτι... τί συνέβη, Θεέ μου!...
Κατέβηκα κι εγώ γρήγορα στην κουζίνα, κοιτάξαμε σ' όλα τα δωμάτια, αλλά ο παπάς δεν υπήρχε πουθενά, βγαίνοντας στην αυλή του σπιτιού, τον είδαμε καθισμένον σε μια πεζούλα, ζαρωμένον μπορώ να πω, έχοντας το πρόσωπο του ανάμεσα στα δυο του χέρια.
-Πάτερ, για όνομα του Θεού, φώναξε η μητέρα μου, τί έπαθες; γιατί κάθεσαι έξω;
-Τί να σας πω. βρε παιδιά; είπε ο παπα-Φώτης με τρεμάμενη φωνή• από τη νύχτα κάθομαι εδώ... Αυτό πού έπαθα χτες το βράδυ ήταν φοβερό... Μόλις ξάπλωνα στο κρεβάτι για να κοιμηθώ, έβλεπα δυο κληρικούς, ο ένας με στολή αρχιμανδρίτη κι ο άλλος με στολή διακόνου... Έρχονταν κι οι δυό, ο ένας πλάι στον άλλον, κι έσκυβαν πάνω από το πρόσωπό μου. Πετιόμουν τρομαγμένος επάνω, προσευχόμουν, γονάτιζα, τους έχανα. Μόλις πάλι ξάπλωνα στο κρεβάτι, να πάλι κι οι δυο τους πάνω από το προσκέφαλο μου να με κοιτάζουν κατάματα. Δεν άντεξα πια... άνοιξα με προσοχή την πόρτα, για να μη σας ξυπνήσω, καί βγήκα στην αυλή. Από την ώρα αυτή εδώ κάθομαι, πάνω σ' αυτή την πεζούλα. Οπωσδήποτε ο πειρασμός με πείραξε χτες το βράδυ.
Μείναμε άναυδες κι εγώ καί η μητέρα μου. Ο πατήρ Φώτιος περιέγραψε τους δυο κληρικούς όπως ακριβώς ήταν στην εικόνα τους. Δεν τολμήσαμε όμως να του εξομολογηθούμε την αλήθεια. Τον αφήσαμε να φύγει με την εντύπωση ότι το δωμάτιο πού τον βάλαμε να κοιμηθεί ήταν στοιχειωμένο!...
Μετά την άφιξη της φιλοτεχνηθείσης από τον Φώτη Κόντογλου εικόνας των αγίων Ραφαήλ καί Νικολάου, η οποία τοποθετήθηκε στο εικονοστάσι της εκκλησιάς του χωριού, ανεβάσαμε καί την εικόνα του παπα-Βασίλη Μπάμια στο εκκλησάκι των Καρυών. Αυτές τις μέρες έτυχε να ξανάρθει ο πατήρ Φώτιος. Μόλις την αντίκρισε, αναφώνησε σαστισμένος:
-Θεέ μου, να οι δυο κληρικοί πού έβλεπα τη νύχτα πού φιλοξενήθηκα στο σπίτι του Αγγέλου Ράλλη.
Τότε του εξηγήσαμε αυτό πού είχε συμβεί καί του ζητήσαμε συγχώρεση, γιατί δεν του το ’παμε από την ίδια στιγμή».

Οι μπριζόλες

Μια Μεγάλη Παρασκευή ο Παπα – Φώτης περνούσε απ’ την Παναγιούδα (χωριό ευρισκόμενο 3χλμ. βορείως της Μυτιλήνης) και είδε κάποιον με την οικογένειά του να τρώνε μπριζολάκια σε μια ταβέρνα. Τον πλησίασε και του έκανε παρατήρηση για το «αιδέσιμον» της ημέρας. Και εκείνος τον αποπήρε με σκαιό τρόπο. Βεβαίως κουβέντα στην κουβέντα, ο Παπα – Φώτης στο τέλος πέταξε τα φαγιά μαζί με το τραπεζομάντηλο, οπότε ο ενοχλημένος οικογενειάρχης σηκώθηκε και τον πλάκωσε στο ξύλο. Ο Παπα – Φώτης υπέμεινε το ξύλο αγόγγυστα, και του είπε φεύγοντας: «Εγώ το ξύλο το ’φαγα, αλλά και συ δεν πιστεύω να ξαναφάς μπριζόλες Μεγάλη Παρασκευή»!!!

6 Μαρτίου 2010

"Το νου σου... Υπάρχει Θεός καί σε βλέπει"

Ο παπα Φώτης με το τριμμένο ράσο μπροστά στον "κουστουμαρισμένο" πρέσβη των ΗΠΑ κ. Νάιλς. «Το νου σου… Υπάρχει Θεός και σε βλέπει», του είχε πει.

Για την Ορθοδοξία καί την Ελλάδα

* Ο Παπα Φώτης το 1997 συμμετείχε στην πρώτη Θεία Λειτουργία που έγινε μετά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922, στο Ναό του Ταξιάρχη στα Μοσχονήσια. Όσες φορές επισκέφτηκε τη Μικρασία δεν έβγαλε ποτέ το ράσο του, ούτε το καλυμμαύχι του. Περιφερόταν άφοβα ανάμεσα στους Τούρκους και δεν δίστασε να ψάλλει το Εθνικό μας Ύμνο στην Έφεσο!!!
* Ένα τρύπιο ράσο είχε πάντα ο Παππούλης, και άλλο τίποτα δεν φορούσε από μέσα. Πριν από χρόνια που τα πράγματα στην γείτονα χώρα ήταν πολύ πιο αυστηρά για το πώς θα κυκλοφορούν οι Ορθόδοξοι Ιερωμένοι και έπρεπε οπωσδήποτε να φοράς κουστούμι σαν παπάς, πήγε που λες ο παπα Φώτης στον Τσεσμέ, φυσικά χωρίς κουστούμι. Ποιο κουστούμι; Τον σταμάτησαν οι Τούρκοι στο τελωνείο και του είπαν πως δεν μπορεί να περάσει έτσι. Τον διέταξαν να βγάλει το ράσο του… Χωρίς κανένα πρόβλημα ο ίδιος το έβγαλε… Ε, βλέποντάς τον γυμνό εφρίαξαν οι Τούρκοι και του είπαν, καλά, καλά, βάλτο και πέρνα!
Την άλλη μέρα οι τουρκικές εφημερίδες έγραφαν: Στην Τουρκία μόνο ο Πατριάρχης και ο παπα Φώτης κυκλοφούν με ράσο! Μικρασιάτης άνθρωπος ήτανε, μεγάλο καημό είχε κι αυτός για κείνα τα χώματα… συχνά γι’ αυτά μιλούσε…

Ο Ιερέας που κοινωνούσε τις πόρνες

Παπα-Φώτη, έχουμε την εξής μαρτυρία: Πριν πολλά χρόνια, εσύ με ένα πνευματικοπαίδι σου χαράματα λειτούργησες στο γραφικό εκκλησάκι της Παναγιάς της Γαλατούσας, μέσα στο κάστρο της πόλης μας (Μυτιλήνη), και όταν τελείωσες τη θεία Λειτουργία πήρες τη Θεία Μετάληψη και πήγες σ' έναν από τους οίκους ανοχής που υπήρχαν τότε εκεί και μετέλαβες μία πόρνη ετοιμοθάνατη. Μάλιστα, μετά από λίγο πέθανε. Είναι αλήθεια; Δε φοβόσουν τι θα έλεγε ο κόσμος αν σε έβλεπε;«Αυτό είχε γίνει πολλές φορές. Μία γυναίκα κοντά στην εκκλησία του Αγίου Συμεών μου έλεγε κάποιες περιπτώσεις κι εγώ πήγαινα σ' αυτές τις ψυχές. Με αποδέχονταν. Τους μιλούσα για τη μετάνοια και τη σωτηρία της ψυχής, για την άλλη ζωή... Ποτέ δεν τους μιλούσα άσχημα, αλλά με αγάπη τους έλεγα να μετανοήσουν και θα φροντίσει γι' αυτές ο Θεός, θα τις αποκαταστήσει στην καρδιά Του. Πολλές ψυχές μετανοούσαν... Με ρωτήσατε αν φοβόμουν. Τι να φοβηθώ; Δε φοβάμαι κανέναν. Μόνο το Θεό να φοβόμαστε όταν αμαρτάνουμε. Δε μ' ένοιαζε τι θα έλεγε ο κόσμος, εγώ για το Χριστό ενεργούσα.»
Και για τους παπικούς έλεγε:«…η Ορθοδοξία είναι η Αλήθεια και η Ζωή και "πύλες Άδου" δε φοβάται γιατί έχει κεφαλή Της και προστάτη Της το Χριστό… Τους έζησα τους παπικούς στους Αγίους Τόπους, όταν υπηρετούσα, είναι πολύ πεισματάρηδες και τυφλωμένοι. Καταλαβαίνουν ότι εμείς οι Ορθόδοξοι έχουμε την αλήθεια -αφού από μας έπαιρναν το Άγιο Φως κάθε Μεγάλο Σάββατο, το έβλεπαν το θαύμα-, αλλά ο εγωισμός δεν τους αφήνει να το παραδεχθούν. Ο εγωισμός τυφλώνει τον άνθρωπο…»
• Από το περιοδικό του Αγίου Θεράποντα Μυτιλήνης «Αποστολή προς τους Ενορίτες»

5 Μαρτίου 2010

Παπά Φώτης Λαυριώτης

Εκοιμήθη εν Κυρίω
+ 5-3-2010
Στην ανατολική πλευρά της Λέσβου, γειτνιάζουν δύο χωριά, τα Πάμφιλα και οι Πύργοι Θερμής. Ένας επαρχιακός δρόμος απόστασης μικρότερης των 2 χιλιομέτρων ανάμεσα στους ελαιώνες, συνδέει τους δύο αυτούς τόπους. Εγγύτερα προς τα Πάμφιλα, ακολουθώντας έναν εγκάθετο δρόμο που οδηγεί στον παραθαλάσσιο οικισμό «Νησέλια», αντικρίζουμε μέσα στα λιοχώραφα, το μικρό μοναστήρι του Αγίου Νεομάρτυρος Λουκά στο οποίο ζούσε ασκητικά ο παπα-Φώτης ο Λαυριώτης, γνωστός και ως παπα-Σαρδέλλης. Γεννηθείς στα Πάμφιλα στις 5 Ιανουαρίου του 1913 από τη Μαρία και τον Δημήτριο Σαρδέλλη που δούλευε καμίνι φτιάχνοντας κεραμίδια και τούβλα.
Ο νεαρός τότε Φώτιος αφού δούλεψε σε επιπλοποιείο της Μυτιλήνης, τον Απρίλιο του 1931 παρακινούμενος από την πίστη του στον Θεό και συνεπαρμένος από μελέτες χριστιανικών βιβλίων και ακούσματα κηρυγμάτων, εγκαταλείπει την ματαιότητα του κόσμου και αναχωρεί μαζί με τον φίλο και συγχωριανό του, μετέπειτα πατήρ Παχώμιο, για να μονάσουν στο Άγιον Όρος. Επέλεξε τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου έγινε καλόγερος και έμεινε στο μοναστήρι περίπου 20 χρόνια, κάνοντας υπακοή στον πνευματικό του πατέρα Παύλο. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε το 1936. Με ιδιαίτερο ζήλο μελετούσε τους βίους των Αγίων καί ιδιαιτέρως τον συνεπαίρνανε οι αθλήσεις των Μαρτύρων, όπου ανάμεσά τους ανακαλύπτει πολλούς Λέσβιους Αγίους. Τέλη του 1950 επιστρέφει στη Μυτιλήνη ασχολούμενος συστηματικά με την ανάδειξη των εντοπίων Αγίων οι οποίοι εξ’ αιτίας του γίνονται ευρέως γνωστοί στον κόσμο, κάνοντας πρόταση στον Μητροπολίτη Ιάκωβο Β΄ ώστε να εορτάζονται από κοινού Πάντες οι εν Λέσβω Άγιοι, σε εορτή που τελικά καθιερώθηκε την Α΄ μετά των Αγίων Πάντων Κυριακή.
Στην ενορία Αγίου Αντωνίου του χωριού Τρύγονα, κοντά στο Πλωμάρι, όπου τοποθετήθηκε εργάσθηκε με ένθεο ζήλο για την πνευματική κατάρτιση του ποιμνίου του, αλλά και για την διαφύλαξη των ιερών και οσίων του Γένους μας. Δείγμα της μεγάλης αγάπης του προς τους Αγίους του Θεού, αποτελεί το γεγονός ότι στον ενοριακό Ναό του χωριού, τοποθετήθηκαν και αγιογραφήθηκαν 170 εικόνες, οικοδομώντας και μια καταπληκτική Εκκλησία αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους, με χρήματα κυρίως από εράνους. Επίσης, ενδιαφέρθηκε να γίνει στη Μονή Δαμανδρίου γηροκομείο και να επισκευασθεί η Μονή Πιθαρίου. Το 1972 υπηρετεί ως εφημέριος στην Ι.Μ. Αγ. Αικατερίνης Σινά της Αιγύπτου, καθώς επίσης και ως εφημέριος, ψάλτης και φύλακας του Παναγίου Τάφου στα Ιεροσόλυμα. Το 1976 επέστρεψε στον Τρύγονα και το 1994 συνταξιοδοτήθηκε με τον βαθμό του Αρχιμανδρίτη. Έκτοτε, αφοσιώθηκε στην αποπεράτωση της κατασκευής του Ιερού Ναού Αγίου Λουκά στα Πάμφιλα, που από το 1960 είχε ξεκινήσει με χρήματα από δωρεές πιστών, διότι από τον τόπο εκείνον είχε περάσει ο Νεομάρτυρας Λουκάς πριν απαγχονιστεί από τους Τούρκους στη Μυτιλήνη. Την μελέτη και τα σχέδια του ναού τα εμπνεύσθηκε μόνος του, επιλέγοντας ένα πανέμορφο Ιεροσολυμίτικο ρυθμό.
Ο ασκητής της ερημιάς των πόλεων και των χωριών, διήνυε συχνότατα μεγάλες αποστάσεις άδειπνος, προσευχόμενος ανάμεσα στους ανθρώπους της αφιλίας και στη φύση, ταγμένος στον Χριστό. Αψηφώντας τις καιρικές συνθήκες καί την ώρα, ο κοντούλης παπα-Φώτης με την καθαρή ματιά, βαδίζοντας σκυφτός, ρακένδυτος, φορώντας ένα παλιό τριμμένο ράσο, πολυκαιρίτικα φθαρμένα παπούτσια, σχεδόν ξυπόλητος ακόμα και το καταχείμωνο, με έναν ντρουβά στον ώμο, οδοιπορούσε επιθυμώντας να οδηγήσει τους ανθρώπους, εικόνες Θεού, στη σωτηρία, ανεβαίνοντας και εκείνος τον Γολγοθά του. Αναζητώντας πάντοτε κάποιο προσκύνημα, τελώντας την Λειτουργία σε κάποιον αγαπημένο του Ναό που ευλαβείτο. Συνήθιζε να βιώνει την Θεία Ευχαριστία και μερικές αιτήσεις ή εκφωνήσεις να τις λέγει σε σερβική, ή ρωσική διάλεκτο, δεικνύοντας μ’ αυτό τον τρόπο την οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας. Το Άγιο Θυσιαστήριο ήταν η Ζωή του! Έβγαινε από την Εκκλησία γεμάτος χαρά. Μετά τη Θεία Λειτουργία λαμποκοπούσε. Ειδικά όταν λειτουργούσε στον αγαπημένο του Άγιο Λουκά που το πανηγύρι του (23 Μαρτίου) το μετέθετε λόγω της Μ. Τεσσαρακοστής τον Μάιο και τον Αύγουστο. Μερικές φορές, μόλις κατέλυε και έκανε την απόλυση, βλέποντας ότι απουσίαζαν από το εκκλησίασμα οι άνδρες, κατευθυνόταν στους καφενέδες και χωρίς να φοβάται κανέναν τους «κατσάδιαζε» υπενθυμίζοντάς την ματαιότητα της ζωής που είχαν επιλέξει, ζώντας μακριά από το μεγαλείο του Θεού. Όλοι τον σέβονταν και τον άκουγαν με σκυμμένα κεφάλια.
Συχνά τον συναντούσε κανείς καθισμένο στα σκαλοπάτια έξω από κάποια αυλόπορτα να ξαποστάζει, διαβάζοντας ένα πνευματικό βιβλίο, γράφοντας με τα χαρακτηριστικά ολοστρόγγυλα μεγάλα γράμματά του, σημειώσεις καί νουθεσίες που ύστερα τις μοίραζε σε όποιον συνάνθρωπό του τον φώτιζε ο Θεός, δεχόμενος λίγο ψωμί, λίγο νερό από κάποια ευσεβή γειτόνισσα, δίνοντας με την καρδιά του την ευχή του Κυρίου. Περπατούσε ώρες πολλές χαμογελώντας, επιτιμώντας τους ανθρώπους για τα παράλογα που έβλεπε μέσα στο κόσμο της αμαρτίας, διδάσκοντας τον καθένα με ωφέλιμα απλοϊκά λόγια. Δίδασκε το Ευαγγέλιο με την ίδια τη ζωή του.

Μάζευε τουβλάκια, μικρά μάρμαρα και ότι άλλο θα χρησίμευε για την κατασκευή του αγαπημένου του ονείρου, του ναού του Αγίου Λουκά. Παροτρύνοντας τους ανθρώπους να εκκλησιάζονται, να ωθούν τα παιδιά τους προς την Εκκλησία, τις γυναίκες να ντύνονται σεμνά ειδικά όταν εισέρχονται στον οίκο του Θεού, την Εκκλησία και να μην παραμορφώνονται «σαν φαντάσματα» από τις προκλητικές συνήθειες της μόδας. Τους ευτραφείς, τους παρομοίαζε χαριτολογώντας με κάποια συμπαθή ζώα, παρακινώντας τους να εγκρατεύονται στην τροφή. Περνούσε από στέκια νέων και με νεύματα όλο νόημα προσπαθούσε να τους δείξει ότι η σωτηρία της ψυχής είναι ο ανώτερος σκοπός του ανθρώπου και όχι οι πλάνες και οι ματαιότητες στις οποίες ξεπέφτουν οι άνθρωποι. Όταν ο δρόμος του διερχόταν μπροστά από εστιατόρια και έβλεπε ανθρώπους να καταλύουν σε νηστίσιμες περιόδους, τους υπενθύμιζε ότι είναι αμαρτία να μην τηρούν την ευλογημένη νηστεία.
Καταπολεμούσε την πνευματική αδιαφορία. Τα λόγια του πολλές φορές ήταν σκληρά σα «μαχαιριές», όμως κανείς δεν διαμαρτυρόταν. Όλοι σεβόντουσαν απόλυτα τις συμβουλές του. Ιδίως επιτιμούσε την γύμνια και τους Ιερείς που εκτελούσαν αμελώς τα ιερατικά τους καθήκοντα και δεν ενδιαφερόταν για το ποίμνιό τους. Έλεγε συχνά με πολλή ταπείνωση ότι για τα διαζύγια των ζευγαριών φταίνε οι Ιερείς γιατί δεν διαβάζουν όλες τις ευχές όταν τελούν το μυστήριο του γάμου. Τον απογοήτευε η αίρεση και το σχίσμα από την Αλήθεια της Ορθοδοξίας. Δεν δεχόταν ότι είναι δυνατόν να μας έχει δωρίσει ο Θεός την αιωνιότητα, την Βασιλεία Του, και εμείς οι άνθρωποι με υπέρμετρο φανατισμό να διαιρούμαστε για 13 ημέρες, ή επειδή οι δαίμονες πλανούν κάποιους κακοπροαίρετους! Όποιος είχε την ευλογία να τον συνοδέψει έστω και για λίγο σε κάποια περιπλάνησή του και κατάφερνε να μείνει σιωπηλός, «κρυφάκουγε» την γεμάτη αγάπη προσευχή του που έβγαινε μέσα απ’ την καρδιά του. Η αγαπημένη του φράση που τον «πρόδινε» ήταν το «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε», δείγμα του πόσο υπεραγαπούσε την Παναγία μας. Το να τον συντροφεύει κανείς ήταν μια ευχάριστη πνευματική εμπειρία. Δεν δίσταζε ακόμα και να τραγουδήσει παλιά παραδοσιακά όμορφα και σπάνια τραγούδια. Για να ευχαριστήσει τους επισκέπτες του, έβγαζε ένα μάτσο από διάφορα χριστιανικά έντυπα, χάρτινες εικόνες, ή ακόμα και φωτογραφίες του, όταν ήταν νεότερος και τις έδινε για ευλογία. Ως άλλος Άγιος Πατροκοσμάς, επισκεπτόταν την πόλη και όλα τα χωριά του νησιού, αλλά και πολλά μέρη της Ελλάδας που τον ήξεραν και τον υπεραγαπούσαν. Κήρυττε βρωντοφωνάζοντας και καυτηριάζοντας όσα έβλεπε ότι εμπόδιζαν τους ανθρώπους στο να επιτύχουν τη σωτηρία τους. Παντού είχε γνωστούς ανθρώπους που τον αγαπούσαν και τον φιλοξενούσαν. Στα λεωφορεία ή στα πλοία που χρησιμοποιούσε όταν μετακινιόταν, κανείς δεν του έπαιρνε χρήματα. Και μόνο η απλοϊκή, ασκητική του παρουσία έπειθε τον κόσμο ότι ήταν Άνθρωπος του Θεού. Πολλές φορές η ιδιορρυθμία του χαρακτήρα του σε διάφορα θέματα, εξηγιόταν ως δείγμα σαλότητας. Αρκετοί τον θεωρούσαν ότι ήταν Σαλός δια τον Χριστό! Η σκληρότητά του, «μπερδεμένη» με μια υπέρμετρη καλοσύνη οδηγούσε σ’ αυτό το συμπέρασμα.
Ως τα βαθιά γεράματά του, παρά την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε, δεν ξεχνούσε την νηστεία. Νήστευε αυστηρά ακόμα και το λάδι, θέλοντας να ζει ασκητικά, καθηλωμένος και ανήμπορος στο μικρό κρεβατάκι του. Υποβασταζόμενος πλησίαζε πάντα τελευταίος το Άγιο Ποτήριο και κοινωνούσε τον Χριστό. Τα καλοκαίρια ερχόταν στη γενέτειρά του, στα Πάμφιλα όπου τον φρόντιζαν οι γυναίκες σε μια καμαρούλα, όπως και τον χειμώνα στην Αθήνα όπου τον διακονούσε με υπέρμετρη αγάπη η κυρία Σοφία. Ο νούς του ήταν πως θα μεταβεί στον αγαπημένο του τόπο, στον Άγιο Λουκά, να δεί σε τι κατάσταση βρισκόταν η Εκκλησία, πόσο προχώρησε η Αγιογράφηση. Εκεί, ξεδίπλωνε μια μεγάλη κόλα αναφοράς γεμάτη με ονόματα νηπίων και παίδων Μαρτύρων που Αγίασαν, δίνοντας εντολές να αγιογραφηθούν πάραυτα!
Υπεραγαπώντας την Ορθοδοξία και την πατρίδα του την Ελλάδα, ο παπά Φώτης εκοιμήθη εν Κυρίω στις 5 Μαρτίου 2010, ημέρα Παρασκευή Γ΄ Εβδομάδας των Νηστειών.

Καλό Παράδεισο παπά Φώτη!
Στρατής Ανδριώτης

Χαίρε Νύμφη, Ανύμφευτε

«…Ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελεί σπάνιο σε δύναμη καί ομορφιά κομμάτι της εκκλησιαστικής μας ποιήσεως, στο οποίον ιδιαίτερα αρέσκεται η ευσεβούσα καρδία της Ορθοδοξίας, καί στο οποίο το Έθνος ψαύει τη συνείδηση του καί αφουγκράζεται τους ιστορικούς του παλμούς. Είναι Ύμνος κατ' εξοχήν χριστολογικός, στον οποίον ιστορείται το γεγονός της θείας του Λόγου ενανθρωπήσεως, κυρίως στα προοίμια των Οίκων των Χαιρετισμών (γίνεται μνεία του Πρωτοστάτη Αγγέλου που εκόμισε το μήνυμα στην Παρθένο, ο διάλογος πού είχε μαζί τον η Μαρία, η επίσκεψη της Μαρίας στην Ελισάβετ, η επίσκεψη των Μάγων, η φυγή στην Αίγυπτο κ.ά.). Παράλληλα όμως είναι καί Ύμνος θεομητορικός, στον οποίον εξυμνούνται τα μεγαλεία της Παρθένου, η πάλλευκη καθαρότητα καί αγιότητά της καί το ύψιστο προνόμιο της να γίνει Μητέρα του Θεού χωρίς να αποβάλει την παρθενία της, όπως δοξολογείται καί το απερινόητο θεομητορικό θαύμα της, πού την ανεβάζει πιο ψηλά καί από αυτές τις νοερές φύσεις των Αγγέλων…
»…Ο Ακάθιστος Ύμνος είναι έργο ποιητικό, στο οποίον το φραστικό κάλλος καί η χάρη αμιλλώνται προς το θεολογικό βάθος καί τη δαψίλεια της μυστικής εν Πνεύματι Αγίω βιώσεως, η κομψότητα του στίχου προς την πηγαία καί ένθεη έμπνευση. Στον Ακάθιστο Ύμνο, σαν σε κέντρο φωτεινό καί ζωογόνο, συμπυκνώνεται άριστα η Ορθόδοξη Παράδοση, προβάλλεται το δόγμα της πίστεως, πάλλεται η ευσέβεια της Εκκλησίας, ανακλάται το μυστικό ασκητικό ήθος της, προβάλλονται οι σωτηριολογικοί οραματισμοί της και συγκλονίζεται η λατρεύουσα ψυχή της Ορθοδοξίας. Ο Ακάθιστος Ύμνος μοιάζει με πολυχεύμονα ποταμό, ο οποίος, πηγάζοντας από την αρχαία κοίτη της παραδόσεως, διαποτίζει ολόκληρη την υπόσταση της Ορθοδοξίας καί αρδεύει όλες τις πτυχές της θεόμορφης ουσίας της…
»Ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελεί ποιητική ιστόρηση του έργου της θείας περί τον άνθρωπον οικονομίας. Είναι ύμνος κατ' εξοχήν χριστολογικός. Στό μέτρο δε πού στο χριστολογικό μυστήριο θέση περιφανή κατέχει η πάνσεπτη Μητέρα του Χριστού, ο Ύμνος επεκτείνεται καί στην ποιητική ιστόρηση των μεγαλείων της Πανάγνου…»

Από το βιβλίο «Χαίρε Νύμφη, Ανύμφευτε» του τ. Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ανδρέα Θεοδώρου

4 Μαρτίου 2010

Χωρίς σχόλια

"Όπως είναι ο νούς, η καρδιά καί η ψυχή για τον άνθρωπο, είναι και η Ελλάδα για την ανθρωπότητα"Γκαίτε (Γερμανός ποιητής)

Το καθήκον των Ελλήνων

+ Αρχιμ. Χαράλαμπου Βασιλόπουλου

«…Έχουμε ιερό χρέος να αγωνισθούμε υπέρ της Εκκλησίας μας. Διότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε, ότι η Ορθοδοξία είναι το κέντρο και η ουσία της δυνάμεως του Ελληνικού Έθνους. Η Ορθοδοξία είναι η πανίσχυρη σπονδυλική στήλη του Γένους μας. Το Ελληνικό Έθνος με την Ορθοδοξία εμεγαλούργησε, εθριάμβευσε και έφθασε στον κολοφώνα της δόξης. Με την πίστη στην Ορθόδοξο Εκκλησία και με την δύναμή της αποτίναξε βαρβαρικούς ζυγούς, συνέτριψε υπερφίαλους, σκληρούς τυράννους και απέκτησε τον ζείδωρο της Ελευθερίας άνεμο.
Ισχύς, δύναμις και κραταίωμα της Φυλής μας είναι η Αγία μας Εκκλησία. Με Αυτήν ζει ο Λαός μας. Με αυτήν αναπνέει και γιγαντούται. Δεν θα υπήρχε σήμερα το Ελληνικό Έθνος, εάν δεν ήταν βαθειά ριζωμένο στην ασάλευτη Ορθοδοξία, Εάν όμως απομακρυνθεί από τους κρουνούς της θείας δυνάμεως της, θα αφανισθεί...
Καθήκον μας είναι να περιφρουρήσομε τον θησαυρό της Ορθοδοξίας μας, πού έχει την μοναδική Αλήθεια. Καθήκον μέγα και ευθύνη μοναδική έχομε, να διαδώσομε παντού την Ορθοδοξία. Καλούμεθα, σήμερα, ν' αναλάβομε την εκπλήρωση της υψίστης αποστολής μας, πού είναι να φέρομε το αληθές μήνυμα της εν Χριστώ απολυτρώσεως και αποκαλύψεως στην σύγχρονη ανθρωπότητα. Να γίνομε φωτοδότες του ανεσπέρου φωτός του Κυρίου σ' εκείνους πού έχουν εγκλωβισθεί στο έρεβος της αφέσεως και σ’ όλους όσους δηλητηριάζει η Λερναία Ύδρα του Οικουμενισμού. Πρέπει εμείς οι Έλληνες, να έχομε πάντα στο νου μας, ότι η θεία Πρόνοια μας διάλεξε για αυτήν την Οικουμενική αποστολή, της επανόδου στην Ορθοδοξία των αποσχισθέντων εξ Αυτής. Και αλλοίμονό μας αν, αντί αυτού, αυτοκτονήσομε μέσα στην αθεΐα του σημερινού Οικουμενισμού! Το καθήκον των Ελλήνων είναι να διαφυλάξουν την θεία, την μεγάλη, την Ιερή Παρακαταθήκη της Παραδόσεως, αμίαντη, άφθαρτη, απαραχάρακτη.
Να ενθυμούμεθα, ότι το Ελληνικό Έθνος έδωσε γιγάντια αναστήματα πίστεως: Έλληνες ήσαν οι μεγάλοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Οικουμένης. Έλληνες ήσαν οι περισσότεροι Άγιοι Μάρτυρες, Όσιοι, Ομολογηταί και εγκρατευταί. Η Ελλάς εκράτησε ανόθευτη την Ιερά Παράδοση και την Ορθοδοξία. Το Ελληνικό Έθνος έστειλε τους Ιεραποστόλους στην Ανατολή, στην Δύση, στο Νότο και στο Βορρά και διέδωσε την Πίστη του Χριστού στην Ασία, στην Ευρώπη και στην Αφρική. Μεταλαμπάδευσε το Φως του Χριστού στους Σλαύους του Βορρά. Δεν υπάρχει μεγαλυτέρα δύναμη, για το Ελληνικό Έθνος, από την ευλογία αυτή του Θεού.
Δια τούτο πάς Έλλην πρέπει να επαγρυπνεί και να μάχεται με όλες του τις δυνάμεις, για την Ορθοδοξία. Να κτυπά ανελέητα τις ύπουλες προπαγάνδες και τις αιρέσεις, που φέρουν διαιρέσεις και διχασμό του Έθνους…»

3 Μαρτίου 2010

Περί του Ιερατικού αξιώματος

Αγίου Αναστασίου του Σιναΐτου


Στης Λαοδικείας το κάστρο ήταν ένας Ιερέας ευλαβής και φοβούμενος τον Θεό. Μία νύχτα πήγε προς αυτόν ο πρώτος του τόπου αναγκάζοντάς τον να σηκωθεί, να πάει να βαπτίσει το παιδί του το νήπιο, διότι ήταν σε κίνδυνο θανάτου. Ο Ιερέας καθώς άκουσε τούτο, σηκώθηκε παρευθύς χωρίς καμία αμέλεια, και άρχισε από της κλίνης να λέγει τις Ευχές του αγίου Βασιλείου του Βαπτίσματος. Και έτσι πήγε στον τόπο όπου ήθελε να βαπτισθεί το παιδί. Την ώρα δε, όπου έφερναν το νερό και το άγιο έλαιο, πέθανε το παιδί αβάπτιστο. Και λαβών ο Ιερέας εκείνος, το έβαλε έμπροσθεν του Θυσιαστηρίου, και είπε: Εσένα του ομοδούλου μου Αγγέλου του Θεού λέγω, με εκείνη την εξουσία όπου μας έδωκε ο Χριστός, να δέσομε και να λύσομε τα επί της γης και εν ουρανώ, απόδωσε την ψυχή του παιδιού στο σώμα, ώστε να βαπτισθεί, διότι δεν λογιάζω, να σε πρόσταξε ο Θεός, να πάρεις αυτή την ψυχή αβάπτιστη, διότι γνωρίζει ο Δεσπότης μου, ότι δεν αμέλησα, αλλά την ώρα όπου εξύπνησα, με την φωνή του πατέρα του παιδιού, παρευθύς άρχισα την Ευχή του Βαπτίσματος.
Με αυτά τα λόγια του Ιερέα προς τον Άγγελο, αναστήθηκε το παιδί, ελθούσης της ψυχής παρά του Αγγέλου προς το σώμα, και όταν το βάπτισε ο Ιερέας, τότε πάλι εκοιμήθη εν Κυρίω, και παρέλαβε ο Άγγελος βαπτισμένη την ψυχή του παιδιού. Τούτο είναι άξιο να μας φανερώσει το αξίωμα της Ιερωσύνης, πως εάν στους Αγγέλους έχει δύναμη και το ευλαβούνται, πόσο μάλλον στους ανθρώπους να μη είναι άξιο και δυνατό, να λύει και να δένει.

2 Μαρτίου 2010

Τα ξόρκια

Ένα από τα θλιβερά αποτελέσματα της παρακοής των πρωτοπλάστων υπήρξε καί η αρρώστια, πού οδηγεί τον άνθρωπο στη φθορά καί στο θάνατο. Μερικοί, λοιπόν, για ν' απαλλαγούν από τις αρρώστιες, καταφεύγουν στα ξόρκια, πού νομίζουν ότι είναι προσευχές. Όμως τα ξόρκια είναι συνηθέστατα μαγικά μέσα, πού ποτέ δεν μπορεί να φέρουν καλό, αφού ο σατανάς ποτέ δεν θέλει το καλό των ανθρώπων.
Βεβαίως οι διάφοροι εξορκιστές λέγουν καί αρκετές προσευχές. Αλλά το βάρος δεν πέφτει στις προσευχές καί τα «αγιόλογα», όπως λένε, αλλά στις σατανικές επικλήσεις καί τις μαγικές προλήψεις. Δεν αποκαλύπτουν δε οι εξορκιστές αυτά πού λέγουν, γιατί πιστεύουν, ότι χάνουν τη δύναμή τους. Αν άκουγε όμως κανείς ή αν διαβάσει αυτά πού λένε, τότε θα έφριττε.
Γι' αυτό η Εκκλησία μας καταδικάζει τα ξόρκια καί απαγορεύει στους Χριστιανούς να καταφεύγουν σ' αυτά. Ο ιερός Χρυσόστομος τα αποκαλεί «πομπή του διαβόλου». Καί ο Μέγας Αθανάσιος, για όποιον χρησιμοποιεί τα ξόρκια καί τα άλλα μαγικά μέσα, λέγει ότι «εαυτόν εποίησεν αντί πιστού άπιστον, αντί δε χριστιανού Εθνικόν (ειδωλολάτρη), αντί δε συνετού ασύνετον, αντί δε λογικού αλόγιστον». Εξ άλλου οι ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας μας, θεωρούν όσους καταφεύγουν στα ξόρκια, αρνητές της πίστεως.
Σύνθημά μας λοιπόν: Κανείς ποτέ καί σε καμιά περίπτωση να μη καταφεύγει στα ξόρκια. Ο καθένας μας μπορεί μόνος του να προσεύχεται για τον εαυτό του και τους οικείους του ή να καταφεύγει στην Εκκλησία, που έχει τόσες σχετικές ευχές, για να βρίσκει προστασία και να πετυχαίνει τους σκοπούς του.
Από το βιβλίο: «Πλάνες και η Αλήθεια» του Μητρ. Ηλείας, Γερμανού Παρασκευόπουλου

Οι ακάθαρτοι λογισμοί

Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ
* Πρέπει να διώχνουμε μακριά τους ακάθαρτους λογισμούς, ιδιαίτερα όταν προσευχόμαστε στο Θεό. Γιατί δεν είναι δυνατό να συνυπάρχουν η δυσοσμία με την ευωδία.
* Αν εμείς δεν συμφωνούμε με τους κακούς λογισμούς, πού προέρχονται από το διάβολο, κάνουμε πολύ καλά. Γιατί το ακάθαρτο πνεύμα μόνο στους εμπαθείς ανθρώπους ασκεί αποτελεσματικά την επίδρασή του, ενώ τους απαθείς προσπαθεί να τους επηρεάσει από μακριά.
* Ο νέος άνθρωπος είναι αδύνατο να μην ταράζεται από σαρκικούς λογισμούς. Πρέπει γι' αυτό να προσεύχεται επίμονα στο Θεό, για να σβήνει τη σπίθα των αισχρών επιθυμιών μόλις εμφανίζεται. Έτσι δεν θα δυναμώσει ποτέ η φλόγα.

1 Μαρτίου 2010

Ευχή λεγομένη κατόπιν του Μεγάλου Αποδείπνου

Τοῖς μισοῦσι καί ἀδικοῦσιν ἡμᾶς συγχώρησον, Κύριε• τοῖς ἀγαθοποιοῦσιν ἀγαθοποίησον• τοῖς ἀδελφοῖς καί οἰκείοις ἡμῶν, χάρισαι τά πρός σωτηρίαν αἰτήματα, καί ζωήν τήν αἰώνιον• τούς ἐν ἀσθενείᾳ ἐπίσκεψαι, καί ἴασιν δώρησαι• τούς ἐν θαλάσσῃ καί ἀέρι κυβέρνησον• τοῖς ἐν ὁδοιπορίαις συνόδευσον• τῷ βασιλεῖ συμμάχησον• τοῖς διακονοῦσι καί ἐλεοῦσιν ἡμᾶς, ἁμαρτιῶν ἄφεσιν δώρησαι• τοῖς ἐντιλαμένοις ἡμῖν τοῖς ἀναξίοις εὔχεσθαι ὑπέρ αὐτῶν, συγχώρησον καί ἐλέησον κατά τό μέγα σου ἔλεος. Μνήσθητι, Κύριε, πάντων τῶν προκεκοιμημένων πατέρων καί ἀδελφῶν ἠμῶν καί ἀνάπαυσον αὐτούς, ἔνθα ἐπισκοπεῖ τό φῶς τοῦ προσώπου σου. Μνήσθητι, Κύριε, τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν τῶν αἰχμαλώτων, καί λύτρωσαι αὐτούς ἀπό πάσης περιστάσεως. Μνήσθητι, Κύριε, τῶν καρποφορούντων καί καλλιεργούντων ἐν ταῖς ἁγίαις σου Ἐκκλησίαις, καί δός αὐτοῖς τά πρός σωτηρίαν αἰτήματα, καί ζωήν τήν αἰώνιον. Μνήσθητι, Κύριε, καί ἡμῶν τῶν ταπεινῶν καί ἁμαρτωλῶν καί ἀναξίων δούλων σου καί φώτισον τόν νοῦν ἡμῶν τῷ φωτί τῆς γνώσεώς σου καί ὁδήγησον ἡμᾶς ἐν τῇ τρίβῳ τῶν ἐντολῶν σου• πρεσβείαις τῆς Παναχράντου σου Μητρός, Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, καί πάντων σου τῶν Ἁγίων• ὅτι εὐλογητός εἶ, εἰς πάντας τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.